Καπνικά: Το αίτημα της 2ας Ιουλίου προς την Ομοσπονδία – τι ζητήθηκε και τι ακολούθησε

 

 

Στις 2 Ιουλίου 2026 απέστειλα προς την Πανελλήνια Ομοσπονδία Μισθωτών Περιπτέρων, με κοινοποίηση προς τα πρωτοβάθμια και τοπικά Σωματεία του κλάδου, αναλυτικό αίτημα για την ανάληψη άμεσης πανελλαδικής κλαδικής πρωτοβουλίας για τη θεσμική προστασία του λιανικού περιθωρίου στα καπνικά και στα συναφή προϊόντα νικοτίνης. Αυτός ήταν εξαρχής ο δηλωμένος σκοπός του εγγράφου.

Το πλήρες 17σέλιδο αίτημα δημοσιεύεται παρακάτω αυτούσιο, ώστε κάθε συνάδελφος να μπορεί να γνωρίζει τι ακριβώς τέθηκε προς την κλαδική εκπροσώπηση, ποιες προτάσεις κατατέθηκαν και ποιες συγκεκριμένες ενέργειες ζητήθηκαν.

Ο λιανοπωλητής ανάμεσα σε δύο τιμές που δεν καθορίζει

Το βασικό πρόβλημα που τέθηκε είναι η ιδιόμορφη οικονομική θέση του τελικού λιανοπωλητή καπνικών.

Από τη μία πλευρά, ο μεμονωμένος περιπτερούχος ή ιδιοκτήτης καταστήματος ψιλικών δεν διαθέτει ουσιαστική διαπραγματευτική δύναμη ως προς την τιμή αγοράς, τις εκπτώσεις, την πίστωση, τις ποσότητες και γενικότερα τους εμπορικούς όρους προμήθειας.

Από την άλλη πλευρά, διαθέτει το προϊόν σε αναγραφόμενη λιανική τιμή την οποία επίσης δεν διαμορφώνει ο ίδιος και την οποία δεν μπορεί να προσαρμόσει ώστε να καλύψει προμήθειες ηλεκτρονικών πληρωμών, μισθολογικό κόστος, ενέργεια, ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις και λοιπά λειτουργικά έξοδα.

Στην πράξη, επομένως, ο λιανοπωλητής βρίσκεται ανάμεσα σε μια τιμή αγοράς που δεν καθορίζει και μια τιμή πώλησης που επίσης δεν καθορίζει, με αποτέλεσμα το εμπορικό του περιθώριο να προκύπτει από αποφάσεις τρίτων.

Η απάντηση της DG TAXUD

Ιδιαίτερη σημασία είχε η έγγραφη απάντηση της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – DG TAXUD.

Όπως αναφέρεται και στο αίτημα, η DG TAXUD διευκρίνισε ότι η Οδηγία 2011/64/ΕΕ δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν σύστημα υποχρεωτικής και μη αποκλίνουσας τιμής μεταπώλησης από τους λιανοπωλητές.

Παράλληλα επιβεβαίωσε ότι η maximum retail selling price καθορίζεται ελεύθερα από τον κατασκευαστή ή εισαγωγέα και ότι η Οδηγία δεν ρυθμίζει εξαντλητικά τους εθνικούς μηχανισμούς ρύθμισης ή προστασίας της λιανικής, οι οποίοι μπορούν να θεσπίζονται υπό την προϋπόθεση ότι είναι συμβατοί με το ενωσιακό δίκαιο.

Από εκεί προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα για την ελληνική αγορά:

Με ποια ακριβώς νομική βάση η maximum retail selling price εφαρμόζεται στην πράξη ως μη αποκλίνουσα τιμή για τον λιανοπωλητή;

POS: ένα κόστος που αφαιρείται από ένα περιθώριο που δεν διαμορφώνεται ελεύθερα

Ξεχωριστό κεφάλαιο του αιτήματος αφορά το κόστος των ηλεκτρονικών πληρωμών.

Ο συνήθης έμπορος μπορεί να ενσωματώνει το κόστος των καρτών, μαζί με τα υπόλοιπα λειτουργικά του έξοδα, στη γενική τιμολογιακή πολιτική της επιχείρησής του.

Ο λιανοπωλητής καπνικών όμως βρίσκεται σε διαφορετική θέση: δεν μπορεί να αναπροσαρμόσει ο ίδιος την αναγραφόμενη λιανική τιμή για να ενσωματώσει το κόστος POS, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορεί να επιβάλει χωριστή επιβάρυνση στον καταναλωτή για τη συνήθη χρήση κάρτας. Το αποτέλεσμα είναι το κόστος αυτό να αφαιρείται από το ήδη περιορισμένο εμπορικό του περιθώριο.

Επιπλέον, όταν η χρέωση POS είναι ποσοστιαία, υπολογίζεται πάνω στο σύνολο της συναλλαγής, παρότι μόνο ένα μικρό μέρος της τελικής τιμής αποτελεί πραγματική αμοιβή του λιανοπωλητή.

Το αίτημα επισημαίνει μάλιστα ότι σε κάθε αύξηση της τελικής λιανικής τιμής μπορεί να αυξάνεται αυτομάτως η ποσοστιαία χρέωση POS, ενώ το περιθώριο του λιανοπωλητή μπορεί να παραμένει σχεδόν αμετάβλητο ή ακόμη και να μειώνεται αναλογικά.

Ζητήθηκε παρέμβαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού

Το αίτημα δεν περιορίστηκε σε μια γενική συνδικαλιστική διεκδίκηση.

Πρότεινε ρητά να εξεταστεί η αγορά λιανικής διάθεσης καπνικών από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, με βάση το άρθρο 11 του Ν.3959/2011, ώστε να διερευνηθούν συνολικά οι συνθήκες λειτουργίας της αγοράς, η πραγματική κατανομή της λιανικής τιμής, οι χρεώσεις POS και η θέση του τελικού σημείου πώλησης στην αλυσίδα.

Στα κοινά αιτήματα του εγγράφου περιλαμβάνεται μάλιστα ρητά η «κλαδική έρευνα από την Επιτροπή Ανταγωνισμού».

Τι προτάθηκε συγκεκριμένα

Το αίτημα της 2ας Ιουλίου περιλάμβανε ένα συνολικό πλαίσιο συγκεκριμένων προτάσεων:

  • θεσμοθέτηση ελάχιστου εγγυημένου καθαρού περιθωρίου λιανικής στα καπνικά και στα συναφή προϊόντα νικοτίνης,
  • προστασία του περιθωρίου από τις χρεώσεις POS και ειδικό αντισταθμιστικό μηχανισμό,
  • πλήρη διαφάνεια στην κατανομή της τελικής τιμής μεταξύ φόρων και κρίκων της εφοδιαστικής αλυσίδας,
  • μηχανισμό προστασίας και αναπροσαρμογής του περιθωρίου σε μελλοντικές αυξήσεις ΕΦΚ ή λιανικών τιμών,
  • κλαδική εξέταση από την Επιτροπή Ανταγωνισμού,
  • θεσμικά οργανωμένο μηχανισμό συλλογικής διαπραγμάτευσης,
  • ουσιαστική συμμετοχή της Ομοσπονδίας και των Σωματείων στις εθνικές διαβουλεύσεις,
  • και συγκριτική μελέτη των συστημάτων άλλων κρατών μελών.

Τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες

Το αίτημα έθετε ήδη και την ευρωπαϊκή διάσταση.

Σε κράτη μέλη όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία λειτουργούν θεσμοθετημένες μορφές αμοιβής, προμήθειας ή ποσοστιαίου περιθωρίου υπέρ των λιανοπωλητών καπνικών.

Για τον λόγο αυτό ζητήθηκε επίσημη συγκριτική μελέτη των συγκεκριμένων συστημάτων και εξέταση του κατά πόσο θα μπορούσε να προσαρμοστεί αντίστοιχος προστατευτικός μηχανισμός στην ελληνική αγορά.

Το ερώτημα είναι εύλογο:

Εφόσον περιορίζεται ουσιαστικά η δυνατότητα του λιανοπωλητή να διαμορφώνει την τιμολογιακή του πολιτική, δεν πρέπει παράλληλα να υπάρχει ένας σαφής και διαφανής μηχανισμός προστασίας της αμοιβής του;

Τι ζητήθηκε από την Ομοσπονδία

Η πρόταση δεν ήταν να περιοριστεί η Ομοσπονδία σε μία ανακοίνωση.

Ζητήθηκε να αναλάβει τον κεντρικό συντονισμό της πρωτοβουλίας, να συγκαλέσει πανελλαδική συνάντηση των Σωματείων, να δημιουργήσει κοινή νομική και οικονομική ομάδα εργασίας, να συγκεντρώσει πραγματικά οικονομικά στοιχεία από όλη την Ελλάδα και να υποβάλει τεκμηριωμένο αίτημα προς την Επιτροπή Ανταγωνισμού και τους αρμόδιους θεσμικούς φορείς.

Τι ακολούθησε μετά το αίτημα

Λίγες ημέρες μετά την αποστολή του αιτήματος, η Ομοσπονδία απέστειλε πρόσκληση για τηλεδιάσκεψη του Διοικητικού Συμβουλίου στις 8 Ιουλίου 2026.

Κατά τη συζήτηση, στην οποία συμμετείχα, το θέμα που είχα θέσει συζητήθηκε.

Ωστόσο, δεν προέκυψε συγκεκριμένη δέσμευση, σαφής απόφαση ή συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ενεργειών. Οι απαντήσεις κινήθηκαν περισσότερο στη λογική του «θα το δούμε», «θα εξεταστεί» και γενικότερων τοποθετήσεων, χωρίς να διαμορφωθεί συγκεκριμένο σχέδιο δράσης πάνω στις προτάσεις που είχαν κατατεθεί εγγράφως.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το ουσιαστικότερο σημείο:

Το θέμα δεν είναι αν τέθηκε. Τέθηκε εγγράφως και συζητήθηκε.
Το ερώτημα είναι τι συγκεκριμένο ακολούθησε θεσμικά μετά τη συζήτησή του.

Γιατί δημοσιεύεται σήμερα το αίτημα

Η δημοσίευση του εγγράφου δεν αποσκοπεί σε προσωπική αντιπαράθεση.

Αποσκοπεί στη διαφάνεια απέναντι στους συναδέλφους.

Να γνωρίζουν τι ακριβώς είχε τεθεί προς την Ομοσπονδία, ποιες συγκεκριμένες προτάσεις κατατέθηκαν και ποια θεσμικά εργαλεία είχαν ήδη προταθεί.

Το ίδιο το αίτημα καταλήγει σε μια διατύπωση που συνοψίζει όλη τη συζήτηση:

η θεσμική εκπροσώπηση του κλάδου δεν πρέπει να περιορίζεται σε μια ακόμη θέση σε ένα συμβουλευτικό τραπέζι, αλλά να οδηγεί σε συγκεκριμένο, μετρήσιμο και δεσμευτικό αποτέλεσμα για την προστασία του λιανικού περιθωρίου και του εμπορικού αντικειμένου των περιπτέρων.

Αυτό παραμένει και σήμερα το βασικό ζητούμενο.

 

 



Παρακάτω δημοσιεύεται αυτούσιο το 17σέλιδο αίτημα που απεστάλη προς την Πανελλήνια Ομοσπονδία Μισθωτών Περιπτέρων στις 2 Ιουλίου 2026.

Το πλήρες αίτημα προς την Ομοσπονδία – 2 Ιουλίου 2026

Άνοιγμα του πρωτότυπου αιτήματος σε νέο παράθυρο

Σχόλια