Μια δικαστική απόφαση που ξεπερνά τα όρια της αγοράς μπίρας. Αποκλειστικές συμφωνίες, οικονομικά ανταλλάγματα, περιορισμοί στους προμηθευτές και ένα κρίσιμο ερώτημα: Πόσο ελεύθερος είναι πραγματικά ο ανταγωνισμός στη μικρή λιανική;
22 Οκτωβρίου 2026
Μπορεί μια μικρότερη ελληνική επιχείρηση να αντιμετωπίσει έναν πολυεθνικό κολοσσό και να δικαιωθεί;
Η απάντηση ήρθε στις 21 Οκτωβρίου 2026 από το Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ.
Η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης, γνωστή από την μπίρα Βεργίνα, πέτυχε μια εξαιρετικά σημαντική δικαστική απόφαση απέναντι στη Heineken και την ελληνική θυγατρική της, Αθηναϊκή Ζυθοποιία.
Το ποσό που επιδικάστηκε προκαλεί εντύπωση:
111.224.000 ΕΥΡΩ!
Δεν πρόκειται, όμως, απλώς για ένα εντυπωσιακό οικονομικό μέγεθος.
Πίσω από την απόφαση βρίσκεται μια υπόθεση καταχρηστικών πρακτικών που επηρέασαν τον ανταγωνισμό στην ελληνική αγορά μπίρας επί δεκαέξι χρόνια, από το 1998 έως το 2014.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ενδιαφέρον για τη μικρή λιανική.
Διότι οι πρακτικές που εξέτασαν οι αρμόδιες αρχές συνδέονται με ζητήματα που γνωρίζουν καλά οι επαγγελματίες του εμπορίου: τη δύναμη των προμηθευτών, τις αποκλειστικές συνεργασίες, τα οικονομικά ανταλλάγματα και τη δυνατότητα ενός καταστήματος να επιλέγει ελεύθερα τα προϊόντα που διαθέτει.
Η υπόθεση της Βεργίνας δεν αφορά μόνο τις ζυθοποιίες. Μας υποχρεώνει να εξετάσουμε σοβαρότερα τους όρους με τους οποίους λειτουργεί ο ανταγωνισμός στην ελληνική αγορά.
1. Τι ακριβώς συνέβη στην ελληνική αγορά μπίρας;
Για να κατανοήσουμε τη σημασία της απόφασης, πρέπει να επιστρέψουμε αρκετά χρόνια πίσω.
Η Αθηναϊκή Ζυθοποιία, θυγατρική του ομίλου Heineken, κατείχε ιδιαίτερα ισχυρή θέση στην ελληνική αγορά.
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού διερεύνησε τις εμπορικές πρακτικές της και διαπίστωσε ότι η εταιρεία είχε εφαρμόσει μια μακροχρόνια πολιτική περιορισμού των δυνατοτήτων ανάπτυξης ανταγωνιστικών επιχειρήσεων.
Οι πρακτικές δεν περιορίζονταν σε έναν μόνο τομέα της αγοράς.
Αφορούσαν τόσο τη χονδρική διανομή όσο και τα τελικά σημεία πώλησης και κατανάλωσης.
Στην επίσημη απόφαση 590/2014, η Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού διαπίστωσε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης και επέβαλε πρόστιμο ύψους 31.451.211 ευρώ.
Το πρόστιμο μειώθηκε μεταγενέστερα, κατόπιν δικαστικής διαδικασίας, σε περίπου 26,7 εκατ. ευρώ.
Η παράβαση συνδεόταν με το άρθρο 2 του Ν. 3959/2011 και το άρθρο 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αλλά ποιες ήταν οι πρακτικές που είχαν διαπιστωθεί;
Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα σημεία της υπόθεσης.
Πηγή: Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού, απόφαση 590/2014.
2. Αποκλειστικές συμφωνίες και οικονομικά ανταλλάγματα
Σύμφωνα με τα επίσημα συμπεράσματα της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η Αθηναϊκή Ζυθοποιία είχε χρησιμοποιήσει πρακτικές που περιόριζαν τη δυνατότητα ανταγωνιστικών επιχειρήσεων να διαθέτουν τα προϊόντα τους.
Μεταξύ των πρακτικών που καταγράφηκαν περιλαμβάνονταν:
Όροι αποκλειστικής προμήθειας και διάθεσης συγκεκριμένων εμπορικών σημάτων.
Χρηματικές και άλλου είδους παροχές που συνδέονταν με αποκλειστικότητα ή περιορισμό συνεργασιών με ανταγωνιστές.
Οικονομικά κίνητρα και ευνοϊκοί όροι πίστωσης προς χονδρεμπόρους, με αντάλλαγμα περιορισμούς στον εφοδιασμό από ανταγωνιστικές επιχειρήσεις.
Εμπορικές πρακτικές που, συνολικά, δυσχέραιναν την πρόσβαση ανταγωνιστικών προϊόντων σε σημεία διάθεσης και κατανάλωσης.
Η Επιτροπή έκρινε ότι ο συνδυασμός αυτών των πρακτικών συνέβαλε στον αποκλεισμό ανταγωνιστών από επιμέρους αγορές.
Δεν ήταν, επομένως, απλώς το ύψος μιας έκπτωσης ή μιας παροχής που δημιουργούσε το πρόβλημα.
Το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι οι συγκεκριμένες πρακτικές, σε συνδυασμό με τη δεσπόζουσα θέση της επιχείρησης, περιόριζαν τον ανταγωνισμό.
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού υποχρέωσε επίσης την εταιρεία να αποφεύγει αντίστοιχες συμπεριφορές στο μέλλον και να προσαρμόσει τις συμβατικές σχέσεις της.
Πηγή: Απόφαση 590/2014, Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού.
3. Από τα 31 εκατομμύρια προστίμου στα 111 εκατομμύρια αποζημίωσης!
Η υπόθεση δεν ολοκληρώθηκε με το διοικητικό πρόστιμο.
Η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης προσέφυγε στα ολλανδικά δικαστήρια, διεκδικώντας αποζημίωση για τη ζημία που υποστήριζε ότι είχε υποστεί από τον περιορισμό του ανταγωνισμού.
Η αγωγή στράφηκε τόσο κατά της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας όσο και κατά της μητρικής Heineken.
Στις 21 Οκτωβρίου 2026, το Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ προσδιόρισε τη χρηματική ευθύνη των δύο εταιρειών ως εξής:
| Αιτία | Ποσό |
|---|---|
| Αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη | 43.337.000 € |
| Συσσωρευμένοι νόμιμοι τόκοι | 67.887.000 € |
| Συνολικό επιδικασθέν ποσό | 111.224.000 € |
Επιπλέον επιδικάστηκαν 800.000 ευρώ για δαπάνες οικονομικής πραγματογνωμοσύνης, δικαστικά έξοδα και περαιτέρω τόκοι σύμφωνα με το διατακτικό.
Το ποσό των 111,2 εκατομμυρίων δεν αποτελεί εξ ολοκλήρου αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη. Περίπου το 61% προέρχεται από τους συσσωρευμένους τόκους.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δύο εταιρείες ευθύνονται εις ολόκληρον.
Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να υποχρεωθούν να καλύψουν το επιδικασθέν ποσό σύμφωνα με τους όρους της απόφασης.
Η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή.
Ωστόσο, η Heineken ανακοίνωσε ότι προτίθεται να ασκήσει έφεση, διαφωνώντας με σημαντικά σημεία του υπολογισμού της αποζημίωσης.
Επομένως, δεν πρόκειται ακόμη για αμετάκλητη δικαστική κρίση ως προς το τελικό ποσό.
Η Heineken υποστηρίζει ότι ο υπολογισμός βασίστηκε εν μέρει σε υποθετικές παραδοχές για τις πωλήσεις, τις τιμές και την κερδοφορία της Ζυθοποιίας Μακεδονίας Θράκης, οι οποίες, κατά την άποψή της, δεν αποτυπώνουν επαρκώς τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.
Πηγές: Πρωτοδικείο Άμστερνταμ, απόφαση ECLI:NL:RBAMS:2026:10277· ανακοίνωση Heineken, 21/10/2026.
4. Γιατί αυτή η απόφαση πρέπει να ενδιαφέρει κάθε περιπτερούχο;
Ας μεταφέρουμε τη συζήτηση από τις μεγάλες ζυθοποιίες στην καθημερινή λειτουργία ενός μικρού καταστήματος.
Ένα περίπτερο συνεργάζεται με πολλούς προμηθευτές.
Καπνικά, αναψυκτικά, μπίρες, εμφιαλωμένα νερά, καφές, παγωτά, γλυκίσματα και δεκάδες άλλα προϊόντα αποτελούν μέρος της καθημερινής εμπορικής του δραστηριότητας.
Παράλληλα, οι εμπορικές συνεργασίες μπορεί να συνοδεύονται από οικονομικές παροχές, εξοπλισμό, διαφημιστική προβολή, ψυγεία, ράφια ή εκπτώσεις που εξαρτώνται από τον τζίρο.
Όλα αυτά αποτελούν συνηθισμένες εμπορικές πρακτικές.
Δεν είναι αυτομάτως παράνομες.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν συγκεκριμένοι όροι μιας συνεργασίας περιορίζουν αδικαιολόγητα την εμπορική ελευθερία ή αποκλείουν ανταγωνιστές, ιδίως όταν επιβάλλονται από επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση.
Για παράδειγμα, άλλο πράγμα είναι ένας προμηθευτής να προσφέρει δωρεάν ένα ψυγείο για την προβολή των προϊόντων του.
Και άλλο πράγμα είναι, υπό συγκεκριμένες συνθήκες δεσπόζουσας θέσης και αποκλεισμού της αγοράς, να συνδέει ουσιαστικά αυτή την παροχή με απαγόρευση συνεργασίας με ανταγωνιστικές επιχειρήσεις.
Η δεύτερη περίπτωση μπορεί να δημιουργεί ζήτημα ανταγωνισμού, ανάλογα με τους όρους, τη διάρκεια, τη θέση των επιχειρήσεων και τις επιπτώσεις στην αγορά.
Το οικονομικό αντάλλαγμα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μέσο παράνομου αποκλεισμού του ανταγωνισμού.
Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα της υπόθεσης.
5. Ο μικρός λιανοπωλητής έχει πραγματική διαπραγματευτική δύναμη;
Εδώ βρίσκεται ένα πρόβλημα που σπάνια αναδεικνύεται επαρκώς.
Ένας μεγάλος εμπορικός όμιλος μπορεί να διαθέτει οργανωμένο τμήμα προμηθειών, νομική υποστήριξη, εξειδικευμένους συμβούλους και δυνατότητα να διαπραγματεύεται συνολικά τις συμφωνίες του.
Αντίθετα, ο ανεξάρτητος περιπτερούχος συχνά διαπραγματεύεται μόνος του.
Η εμπορική σχέση είναι τυπικά αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων.
Είναι όμως πάντοτε ισορροπημένη;
Έχει ο μικρός επαγγελματίας τη δυνατότητα να διαπραγματευθεί ουσιαστικά τους όρους;
Μπορεί να αρνηθεί μια συγκεκριμένη υποχρέωση χωρίς να αντιμετωπίσει δυσανάλογες εμπορικές συνέπειες;
Και κυρίως, γνωρίζει πότε μια πρακτική αποτελεί θεμιτό εμπορικό ανταγωνισμό και πότε ενδέχεται να ξεπερνά τα όρια του νόμου;
Τα ερωτήματα αυτά δεν συνιστούν καταγγελία εναντίον συγκεκριμένου προμηθευτή.
Αποτελούν όμως βάσιμη αφετηρία για την εξέταση των πραγματικών συνθηκών μέσα στις οποίες λειτουργεί η μικρή λιανική.
Γιατί η ύπαρξη πολλών προμηθευτών δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει αποτελεσματικό ανταγωνισμό, εάν οι όροι της αγοράς εμποδίζουν την πραγματική δυνατότητα επιλογής.
6. Το άρθρο 102 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης δεν προστατεύει μόνο τους μεγάλους
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται το άρθρο 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η διάταξη απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης στην εσωτερική αγορά, όταν ενδέχεται να επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ κρατών-μελών.
Προσοχή στη διατύπωση.
Το να κατέχει μια επιχείρηση δεσπόζουσα θέση δεν είναι παράνομο. Παράνομη μπορεί να είναι η καταχρηστική εκμετάλλευσή της.
Ο νόμος δεν απαγορεύει σε μια επιχείρηση να μεγαλώνει, να επενδύει, να προσφέρει εκπτώσεις ή να ανταγωνίζεται αποτελεσματικά.
Απαγορεύει συγκεκριμένες συμπεριφορές που νοθεύουν τον ανταγωνισμό.
Η υπόθεση της Βεργίνας δείχνει επίσης ότι η ευθύνη για μια παράβαση μπορεί, υπό συγκεκριμένες νομικές προϋποθέσεις, να επεκτείνεται και στη μητρική εταιρεία ενός ομίλου.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η επιβολή ενός διοικητικού προστίμου δεν αποτελεί κατ' ανάγκην το τέλος της υπόθεσης.
Μια επιχείρηση που αποδεικνύει ότι υπέστη ζημία από παράβαση του δικαίου ανταγωνισμού μπορεί, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, να διεκδικήσει και αποζημίωση.
Άλλο το πρόστιμο υπέρ του Δημοσίου και άλλο η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη μια ανταγωνίστρια επιχείρηση.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διάκρισης.
7. Και στα καπνικά; Ποιος προστατεύει το περιθώριο του μικρού λιανοπωλητή;
Η συζήτηση αυτή μας οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα ακόμη ζήτημα που απασχολεί τον κλάδο των περιπτερούχων.
Το εξαιρετικά περιορισμένο εμπορικό περιθώριο στα καπνικά προϊόντα.
Ας θυμηθούμε ένα πραγματικό παράδειγμα από την ελληνική αγορά.
| Στοιχείο | Ποσό |
|---|---|
| Λιανική τιμή πακέτου | 4,000 € |
| Τιμή αγοράς λιανοπωλητή | 3,872 € |
| Μικτό κέρδος | 0,128 € |
| Ποσοστό επί λιανικής | 3,20% |
Από αυτό το μικτό κέρδος πρέπει ακόμη να καλυφθούν οι λειτουργικές δαπάνες και, ανάλογα με τον τρόπο πληρωμής, οι προμήθειες ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Αποτελεί άραγε αυτό το περιορισμένο περιθώριο από μόνο του παράβαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού;
Όχι.
Το χαμηλό εμπορικό περιθώριο δεν αποδεικνύει αυτομάτως καταχρηστική πρακτική.
Για μια τέτοια διαπίστωση απαιτείται ειδική εξέταση της αγοράς, των συμβάσεων, της εμπορικής συμπεριφοράς και των προϋποθέσεων εφαρμογής των σχετικών διατάξεων.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα διαφορετικό αλλά απολύτως ουσιαστικό ερώτημα.
Είναι οικονομικά βιώσιμο ένα σύστημα λιανικής πώλησης καπνικών που, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, αφήνει στον επαγγελματία μόλις 3,2% μικτό εμπορικό περιθώριο;
Και εφόσον το σύστημα αυτό δημιουργεί προβλήματα βιωσιμότητας, μπορεί η Πολιτεία να εξετάσει έναν θεσμικό μηχανισμό αμοιβής;
Η Ιταλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας όπου η αμοιβή των αδειοδοτημένων καπνοπωλών είναι νομοθετικά καθορισμένη στο 10% της λιανικής τιμής.
Η Γαλλία εφαρμόζει επίσης θεσμοθετημένο μηχανισμό αμοιβής.
Πρόκειται για διαφορετικά εθνικά συστήματα, τα οποία δεν μεταφέρονται αυτομάτως στην Ελλάδα.
Αποδεικνύουν, όμως, ότι υπάρχουν ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες αντιμετωπίζουν θεσμικά το ζήτημα της αμοιβής των καπνοπωλών.
Η υπόθεση της Βεργίνας αφορά τον αποκλεισμό ανταγωνιστών στην αγορά μπίρας.
Το ζήτημα των καπνικών αφορά κυρίως τη βιωσιμότητα και τους όρους αμοιβής των λιανοπωλητών.
Δεν πρέπει να συγχέουμε νομικά τις δύο υποθέσεις. Πρέπει όμως να αξιοποιούμε κάθε διαθέσιμο εργαλείο για την ουσιαστική εξέταση των εμπορικών συνθηκών της μικρής λιανικής.
8. Τι πρέπει να εξεταστεί πλέον στη μικρή λιανική;
Η απόφαση του Άμστερνταμ προσφέρει μια ευκαιρία να τεθούν συγκεκριμένα ζητήματα ενώπιον των αρμόδιων αρχών.
Χρειάζεται μεγαλύτερη διαφάνεια στις εμπορικές συμβάσεις μεταξύ ισχυρών προμηθευτών και μικρών επιχειρήσεων.
Χρειάζεται ουσιαστική ενημέρωση των επαγγελματιών για τα δικαιώματά τους όταν μια εμπορική συμφωνία περιλαμβάνει περιορισμούς αποκλειστικότητας.
Χρειάζεται επίσης να εξετάζεται εάν οικονομικές παροχές, εκπτώσεις και άλλες μορφές συνεργασίας δημιουργούν, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της αγοράς, αδικαιολόγητους φραγμούς στον ανταγωνισμό.
Και, βεβαίως, χρειάζεται αποτελεσματική λειτουργία των μηχανισμών καταγγελίας και διερεύνησης ενδεχόμενων παραβάσεων.
Δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται κάθε εμπορική συμφωνία ως ύποπτη.
Χρειάζεται όμως να μπορεί ο μικρός επαγγελματίας να γνωρίζει πότε μια συμφωνία προστατεύει το συμφέρον του και πότε ενδέχεται να περιορίζει αδικαιολόγητα τις επιλογές του.
Ο ανταγωνισμός δεν προστατεύεται μόνο με την παρουσία πολλών επιχειρήσεων στην αγορά.
Προστατεύεται και με την ύπαρξη κανόνων που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να ανταγωνίζονται χωρίς παράνομους αποκλεισμούς.
9. Το μεγάλο μήνυμα: Η οικονομική ισχύς δεν σημαίνει ανεξέλεγκτη ισχύ
Η απόφαση του Πρωτοδικείου του Άμστερνταμ έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Μια ελληνική ζυθοποιία διεκδίκησε δικαστικά αποζημίωση από έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους ζυθοποιίας στον κόσμο.
Η διαδικασία ήταν πολυετής.
Απαιτήθηκαν οικονομικές μελέτες, εξειδικευμένες πραγματογνωμοσύνες και εκτεταμένες δικαστικές διαδικασίες.
Η υπόθεση εξακολουθεί να έχει δικαστική συνέχεια, καθώς η Heineken έχει ανακοινώσει την πρόθεσή της να ασκήσει έφεση.
Αυτό δεν αναιρεί τη σημασία της πρωτόδικης απόφασης της 21ης Οκτωβρίου 2026.
Αντιθέτως, αναδεικνύει δύο μεγάλες αλήθειες.
Πρώτον: Η οικονομική ισχύς μιας επιχείρησης δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωση τήρησης του δικαίου ανταγωνισμού.
Δεύτερον: Η δικαστική αποκατάσταση μιας εμπορικής ζημίας μπορεί να απαιτήσει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε η αποτελεσματική και έγκαιρη προστασία του ανταγωνισμού να έχει καθοριστική σημασία.
Για τους μικρούς επαγγελματίες, και ιδιαίτερα τους περιπτερούχους, το μήνυμα είναι σαφές.
Δεν αρκεί να προσπαθούν καθημερινά να επιβιώσουν μέσα σε μια ολοένα πιο συγκεντρωμένη αγορά.
Χρειάζεται να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους, να εξετάζουν προσεκτικά τους όρους των εμπορικών τους συνεργασιών και να μπορούν να απευθύνονται στους αρμόδιους θεσμούς όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις παραβατικών πρακτικών.
Και ένα τελευταίο ερώτημα...
Η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης χρειάστηκε πολλά χρόνια για να φτάσει στην επιδίκαση αποζημίωσης 111 εκατομμυρίων ευρώ.
Διέθετε την οργανωτική δυνατότητα να πραγματοποιήσει έναν πολυετή δικαστικό αγώνα.
Ένας ανεξάρτητος περιπτερούχος, που εργάζεται καθημερινά για να εξασφαλίσει το εισόδημά του, τι δυνατότητες θα είχε να αντιμετωπίσει αντίστοιχες καταχρηστικές πρακτικές, εφόσον αυτές αποδεικνύονταν στην αγορά όπου δραστηριοποιείται;
Και πόσο αποτελεσματική είναι η προστασία του ανταγωνισμού όταν ο μικρός επαγγελματίας δεν διαθέτει τους οικονομικούς πόρους για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του;
Αυτό είναι ένα ερώτημα που αξίζει να απασχολήσει όχι μόνο τους περιπτερούχους, αλλά συνολικά την ελληνική μικρή επιχειρηματικότητα.
Γιατί ο υγιής ανταγωνισμός δεν αποτελεί προνόμιο των μεγάλων επιχειρήσεων. Είναι θεμελιώδες δικαίωμα και προϋπόθεση επιβίωσης για κάθε μικρή επιχείρηση που λειτουργεί νόμιμα στην αγορά.
ΠΗΓΕΣ – ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
1. Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού
Απόφαση 590/2014 – Καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης από την Αθηναϊκή Ζυθοποιία.
Επίσημη απόφαση και περίληψη της Επιτροπής Ανταγωνισμού
2. Πρωτοδικείο Άμστερνταμ
Απόφαση 21 Οκτωβρίου 2026, ECLI:NL:RBAMS:2026:10277, υπόθεση C/13/701248 / HA ZA 21-421.
Πλήρες κείμενο δικαστικής απόφασης
3. Reuters – 21 Οκτωβρίου 2026
Ρεπορτάζ για την επιδίκαση των 111 εκατομμυρίων ευρώ και την αντίδραση της Heineken.
4. Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης – 21 Οκτωβρίου 2026
Επίσημη ανακοίνωση για τη δικαστική απόφαση.
Ανακοίνωση της Ζυθοποιίας Μακεδονίας Θράκης
5. Heineken – 21 Οκτωβρίου 2026
Ανακοίνωση σχετικά με τη δικαστική απόφαση και την πρόθεση άσκησης έφεσης.
Ανακοίνωση και θέσεις της Heineken
Περίπτερα – peripterades.blogspot.com
22 Οκτωβρίου 2026

Σχόλια